Το όνομα του Σον Μπέικερ, του σκηνοθέτη που σήκωσε το Όσκαρ πέρσι με το “Ανόρα”, εμφανίζεται αρκετές φορές στα credits της ταινίας “Το αριστερό μου χέρι”, που κάνει την έξοδο της αυτή την εβδομάδα: Είναι παραγωγός, μοντέρ και συν-σεναριογράφος της.
Στη σκηνοθεσία, η συνεργάτιδα του Σι-Τσινγκ Τσου, αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών, καθώς μια μητέρα με τις δυο τους κόρες μετακομίζουν στην Ταϊπέι, έτοιμες για ένα νέο ξεκίνημα. Η Τσου φιλμογραφεί επιδέξια την άφιξη τους στην πόλη, φτιάχνοντας μια μικρή συμφωνία neon φωτισμών, ένα μυθικό τοπίο, έτσι τουλάχιστον όπως το βλέπουμε μέσα από τα μάτια της μικρής κόρης της οικογένειας, της Άι-Τζινγκ (η 9χρονη Νίνα Γιε, που δίνει μια αιφνιδιαστικά συγκροτημένη ερμηνεία για μια ηθοποιό της ηλικίας της). Μόνο που εμείς, από τη μεριά του κόσμου των ενηλίκων, ξέρουμε πως η ζωή μάλλον δε θα είναι δίκαιη απέναντι τους. Και οι τρεις γυναίκες καλούνται να παλέψουν με τη μοίρα τους αλλά και τις κοινωνικές προσδοκίες της μετα-κομμουνιστικής Κίνας, όπου η γυναίκα μοιάζει να έχει μια πολύ συγκεκριμένη θέση – μια ζωή γεμάτη από μικρούς συμβιβασμούς. Ακόμα και η μικρή Άι-Τζινγκ προσπαθεί να συμβιβαστεί με το αριστερό της χέρι, όταν ο συντηρητικός και… παραληρηματικός παππούς της, την προσβάλει για αυτή την “κακή” φυσική της τάση, βάζοντας το παιδί στη διαδικασία της αυτο-θεραπείας. Είναι ομολογουμένως κάπως “φορσέ” ο τρόπος με τον οποίο η Τσου επιχειρεί να οδηγήσει το όλο δράμα σε μια κορύφωση, όμως υπάρχει μια ειλικρινής και τρυφερή αμεσότητα σε αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό, που σε κερδίζει δίχως μεγάλη προσπάθεια.

Ο σκηνοθέτης Ντίλαν Σάθουερν από την άλλη, είχε αρκετά εμπόδια να αντιμετωπίσει μεταφέροντας κινηματογραφικά το μπεστ σέλερ του Μαξ Πόρτερ στο “Ένα πράγμα με φτερά”, μια ταινία καλών προθέσεων και λανθασμένων επιλογών. Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς πρωταγωνιστεί στο ρόλο ενός πατέρα που χάνει αιφνίδια την σύζυγό του και βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στη θλίψη ενώ παράλληλα προσπαθεί να μεγαλώσει μόνος τους δύο ανήλικους γιους του (δεν ακούμε ποτέ στην ταινία τα ονόματα της οικογένειας). Όλα αυτά μέχρι που ένα εφιαλτικό κοράκι γιγαντιαίων διαστάσεων (που του μιλά με τη φωνή του Ντέιβιντ Θιούλις!) κάνει την εμφάνιση του στους εφιάλτες του, και μετέπειτα, στην πραγματικότητα. Ναι, προφανώς όλο αυτό είναι μια αλληγορία πάνω στο πένθος, όμως ο Σάθουερν έχει αποπειραθεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την κάπως χαλαρή, ποιητική αφήγηση του λογοτεχνικού έργου – και εκεί είναι που χαντακώνεται η ταινία.

Στο “Μυστηριώδες βλέμμα του ροζ φλαμίνγκο”, μια τρανς αποικία κάπου στη Χιλή, συγκρούεται με τις “ματσό” κοινότητες της ερήμου. Ξεκινά χαριτωμένα: Μια δόση γουέστερν, και λίγος λατινοαμερικάνικος μαγικός ρεαλισμός. Όμως η ταινία μοιάζει να μένει από καύσιμα στη μέση της απόστασης. Γιατί ο μαγικός ρεαλισμός και το κοινωνικό σχόλιο, για να “δέσουν”, χρειάζονται πολλά περισσότερα από καλές προθέσεις. Τουλάχιστον, υπάρχουν στιγμές αληθινής έμπνευσης σε αυτό το φιλόδοξο χαρμάνι, που βραβεύτηκε μάλιστα και στις Κάννες. Ούτε μία, δυστυχώς, δε βρήκαμε στο “Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή: Μέρος πρώτο” – κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς, ή μάλλον “άντι-κινηματογραφική”, καθώς, ειλικρινά, τίποτα σε αυτή την απογοητευτικά προχειροφτιαγμένη ταινία δε θυμίζει σινεμά, και ο χώρος δεν είναι αρκετός για να πιάσουμε ένα – ένα τα προβλήματα της. Μα δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για την κινηματογραφική ανάπλαση αυτής της ιστορίας;